Tag Archives: ενέργεια

Πώς διαμορφώθηκε η αρνητική εικόνα σώματος

5116145499_267de3480d_zImage credit : TinyTall

Σε όλη την ιστορία μέχρι και σήμερα, ένα βασικό πιστεύω του πολιτισμού μας είναι ότι οι γυναίκες πρέπει να έχουν ένα συγκεκριμένο τύπο σώματος. Όταν οι εικόνες ομορφιάς αλλάζουν, τα γυναικεία σώματα αναμένεται να αλλάξουν.

Διαφορετικά σχήματα σώματος ήταν της μόδας για γυναίκες στις διάφορες εποχές. Παραδείγματα ρύθμισης της γυναικείας σιλουέτας είναι το φάσκιωμα των ποδιών στην αρχαία Κίνα, το τέντωμα των χειλιών στις γυναίκες της Αφρικής και οι κορσέδες του 19ου αιώνα που πίεζαν τα εσωτερικά όργανα μίας γυναίκας.

Μόλις έναν αιώνα πριν, το ιδανικό γυναικείο σώμα ήταν το αντίθετο από ότι είναι σήμερα. Η διπλωμένη σάρκα, η σημερινή κυτταρίτιδα, ήταν όμορφα. Το πάχος θεωρούνταν ως σημάδι ενέργειας και υγείας.  Η λεπτή σιλουέτα που ψάχνουμε σήμερα θεωρούνταν άρρωστη και ένα σημάδι κακής υποψήφιας νύφης. Γύρω στην αλλαγή του αιώνα, η σφριγιλότητα έγινε περισσότερο της μόδας αν και για τα σημερινά δεδομένα πάλι υπέρβαρη θα φαινόταν.

Με το πέρασμα του 1920 οι βικτοριανές κλεψύδρες έδωσαν τόπο στη λεπτή πλάκα, που έδενε το στήθος της για να επιτύχει το προφίλ  πλάκας που φαινόταν τόσο καλό κατά την εποχή του Charleston. Με το που ωρίμασε και αυτό το στυλ, η αισθησιακή Marilyn Monroe στα 1950 έθεσε νέα δεδομένα για τις γυναίκες. Τώρα χρειαζόντουσαν να ξαναχτίσουν τις καμπύλες που είχαν προσπαθήσει να λιώσουν, να δέσουν και να περιορίσουν.

Στα 1960 ήρθε η Twiggy. Είχε πολύ χαμηλό βάρος, και το σώμα της ήταν χωρίς καμπύλες. Το 1980 το ιδανικό ομορφιάς παρέμεινε αδύνατο αλλά απαιτούσε μία πιο τονωμένη και γυμνασμένη εμφάνιση. Οι γυναίκες δεν μπορούσαν απλά να κάνουν μόνο δίαιτα για να φτάσουν το επιθυμητό μέγεθος. Υπήρχε νέα πίεση να κάνουν επιπλέον γυμναστική για να επιτύχουν την κατάλληλη εμφάνιση. Στα 1990 το ιδανικό σώμα είναι πολύ αδύνατο, και με μεγάλο στήθος, ένας σχεδόν αδύνατος συνδυασμός.

Σήμερα το ιδανικό συνδυάζει τόσο αντίθετα χαρακτηριστικά, όπως ερωτική πολυπλοκότητα με αφελή αθωότητα, και  μία ευαίσθητη χάρη με μύες, ωριμότητα με νεότητα.

Πιέσεις για να καταφέρουν τις αντικρουόμενες απαιτήσεις και να συμβαδίσουν με εικόνες στο ιδανικό σώμα είναι στρεσογόνες και έχουν ως αποτέλεσμα η πλειονότητα των δυτικών γυναικών να υποφέρει από μία αρνητική εικόνα σώματος.

Για ποιον λόγο παίρνω βάρος;

8385423593_a3e31bf6f4_zImage credit : Life Mental Health

Οι περισσότεροι θα έχετε ακούσει την παρομοίωση του οργανισμού ως μία μηχανή που χρειάζεται καύσιμο για να λειτουργήσει. Η αλήθεια είναι όμως ότι το παράδειγμα δεν είναι πολύ επιτυχημένο.

Σε μία μηχανή όταν πέφτουν τα αποθέματα του καυσίμου, η ειδική ένδειξη της μηχανής σας δείχνει πόσο χρειάζεται ακόμα για να «φουλάρει» και να λειτουργήσει ικανοποιητικά. Αν λοιπόν η μηχανή δείχνει ότι έχει το μισό ντεπόζιτο γεμάτο, βάζοντας το άλλο μισό ντεπόζιτο είμαστε εντάξει και σίγουροι ότι η μηχανή μας θα δουλέψει κανονικά. Δεν μπορώ να βάλω παραπάνω.

Με βάση το παραπάνω παράδειγμα λοιπόν, θα χρησιμοποιήσουμε μία κλίμακα για την πείνα από το 0 μέχρι το 5, όπου 0 σημαίνει «δεν πεινάω καθόλου και η ιδέα ότι θα φάω με καταπιέζει-είμαι φουλ» και 5 σημαίνει «πεινάω πάρα πολύ, γουργουρίζει το στομάχι μου, ζαλίζομαι από την πείνα-δεν έχω καύσιμο».

Με τον οργανισμό μας δεν ισχύει κάτι αντίστοιχο, γιατί μπορεί να δεχτεί κι άλλη ποσότητα τροφής ακόμα και αν έχει πάρει την ποσότητα που χρειαζόταν. Υπάρχουν ορμόνες που εκκρίνονται και μας δίνουν το σήμα ότι πεινάμε, πόσο πεινάμε και πότε χορτάσαμε. Όταν αυτό το μήνυμα όμως δεν το αντιλαμβανόμαστε ή το παραβλέπουμε γιατί έχουμε ανάγκη μέσα από το φαγητό να καλύψουμε άλλες ανάγκες μας, αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την υπερκατανάλωση τροφής και την απόκτηση πλεονάζοντος βάρους.

Όταν λοιπόν πεινάω γύρω στο 1, αλλά τρώω σαν να πεινούσα βαθμός πείνας 3, την παραπάνω ενέργεια που παίρνει ο οργανισμός και δεν την χρειάζεται μέχρι την επόμενη φορά που θα ξαναφάω-ξαναβάλω καύσιμο, την κάνει αποθήκη ενέργειας για άλλη φορά, δηλαδή λίπος.  Δυστυχώς το τελευταίο «καύσιμο» που θα χρησιμοποιήσει σε περίπτωση που θα χρειαστεί ενέργεια είναι το λίπος. Θα προτιμήσει άλλες πηγές ενέργειας. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μακροπρόθεσμα να παίρνω βάρος.

Για ποιούς λόγους όμως μπορεί ενώ έχω πάρει την ποσότητα τροφής που χρειάζομαι, να συνεχίζω να τρώω;

Αρχικά μπορεί να μην λειτουργούν καλά οι μηχανισμοί αυτοί λόγω ορμονικών διαταραχών. Η αλήθεια είναι όμως ότι στις περισσότερες περιπτώσεις ατόμων που έχουν πλεονάζον βάρος δεν ισχύει αυτό. Στις περισσότερες περιπτώσεις κάποιος μπορεί να τρώει για άλλους λόγους, και όχι επειδή πραγματικά πεινάει, ή ακόμα και αν πεινάει να μην σταματάει στην ποσότητα τροφής που έχει χορτάσει, αλλά να συνεχίζει να τρώει σαν να πεινούσε παραπάνω. Πολύ συχνά στην δουλειά μας οι διαιτολόγοι ακούμε τα εξής  : «τρώω γιατί τρώνε και οι άλλοι, τρώω από συνήθεια, τρώω για παρέα, τρώω γιατί μου έρχεται κρίμα να πετάξω φαγητό, το τρώω γιατί δεν το τρώει κανένας άλλος (τρώω περισσεύματα), τρώω γιατί μου προσέφερε κάποιος κάτι και δεν θέλω να τον προσβάλλω, τρώω για να μην πεινάσω αργότερα, κτλ».  Κάποιοι όμως μπορεί να τρώνε και για να καλύψουν άλλες ανάγκες του (συνήθως συναισθηματικές) που δεν μπορούν να καλύψουν αλλιώς. Παραδείγματα είναι τα : «τρώω για να ηρεμήσω, τρώω γιατί είχα μία δύσκολη ημέρα και θέλω να επιβραβεύσω τον εαυτό μου, τρώω γιατί είναι το μοναδικό πράγμα που μου δίνει ποικιλία και είναι διαφορετικό μέσα στην ημέρα μου, τρώω γιατί βαριέμαι, τρώω για να διασκεδάσω, τρώω γιατί είμαι θυμωμένη, κτλ». Επειδή το φαγητό έχει σημαντικό νόημα για εκείνους σε σημείο εξαρτητικό, δηλαδή «μου κάνει κακό αλλά εγώ το χρειάζομαι για να μπορώ να αντέχω τις δυσκολίες της ζωής, τα προβλήματά μου, για να μην βλέπω αυτά που με ενοχλούν, με πληγώνουν, με θυμώνουν και με ματαιώνουν», χρησιμοποιούν ασυνείδητα το φαγητό ως μέσο μετατόπισης και μετάθεσης των σημαντικών οδυνηρών συναισθημάτων τους. Το φαγητό λειτουργεί ταυτόχρονα με δύο ρόλους, εκείνο του λυτρωτή και αυτό του τιμωρού. Οι καρδιές αυτών των ανθρώπων ανακουφίζονται προσωρινά με την «άσκοπη» για εμάς τους άλλους κατανάλωση τροφής. Αλλά για εκείνους είναι το ισχυρό όπλο ενάντια σε όλα εκείνα που τους ταλαιπωρούν και τους βασανίζουν.

Άρα σε θεωρητικό επίπεδο, αν λάβουμε υπόψιν τον κάθε άνθρωπο απλά και μόνο σαν οργανισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τρώγοντας συχνά γεύματα μέσα στην ημέρα, ο βαθμός πείνας μας σε κάθε γεύμα δεν θα είναι ιδιαίτερα υψηλός (δηλαδή θα φτάνει γύρω στο 3 στην κλίμακα), και επομένως εάν τρώμε σε αυτό το γεύμα τόσο όσο χρειάζεται για να καλυφθεί ο συγκεκριμένος βαθμός πείνας, θα καταφέρουμε να διατηρούμαστε σε ένα σταθερό και φυσιολογικό βάρος, στο οποίο ο οργανισμός μας θα αισθάνεται καλά και θα κάνει όλες τις λειτουργίες του φυσιολογικά. Αυτό είναι που εννοούμε όταν λέμε συχνά και μικρά γεύματα.

Αλλά σε πρακτικό επίπεδο αυτό διαφέρει, αν λάβουμε υπόψιν τον κάθε άνθρωπο, όχι μόνο σαν οργανισμό, αλλά και ως ένα ψυχοσυναισθηματικό ον που έχει ανάγκες και συναισθήματα, τα οποία αδυνατεί ή δεν επιτρέπει στον εαυτό του να τα ικανοποιεί αλλιώς.

Μάθημα θάρρους 8ο : Σταματήστε να κατηγορείτε τον εαυτό σας – Κατηγορείστε την δίαιτα

41415099_e3de17b2ac_z

Image credit : malias

Πόσα κιλά ήσουν την πρώτη φορά που έκανες δίαιτα στην ζωή σου;

Την τελευταία φορά που θεώρησες ότι χρειάζεσαι δίαιτα, πόσα κιλά ήσουν;

Πόσα κιλά έχασες και σε πόσον καιρό;

Σήμερα που αποφάσισες ότι καλό θα ήταν να κάνεις πάλι δίαιτα, πόσα κιλά είσαι;

Στις περισσότερες περιπτώσεις το να φτάσει κάποιος/α το βάρος που είχε όταν έκανε για πρώτη φορά στην ζωή του/της δίαιτα, μοιάζει ιδεατό. Πολύ συχνά κιόλας, ακούμε κάποιον να λέει : «Ήμουν μια χαρά και δεν το ήξερα! Δεν το συνειδητοποιούσα. Αν ήμουν σήμερα τα κιλά που ήμουν τότε θα ήμουν τρισευτυχισμένος/η!».

Επίσης, συνήθως, όταν κάποιος ξαναμπαίνει στην «ταλαιπωρία» της δίαιτας, τα κιλά του είναι περισσότερα από τα κιλά που είχε την προηγούμενη φορά που είχε ξανακάνει δίαιτα.

Γιατί όμως συμβαίνει αυτό;

Κάνοντας μία στερητική δίαιτα και τρώγοντας λιγότερο από όσο χρειάζεται ο οργανισμός μας, προκαλούμε αλλαγές στην φυσιολογία του. Τις περισσότερες θερμίδες που «καίμε» μέσα στην ημέρα, τις «καίει» από μόνος του ο οργανισμός μας, προκειμένου να κάνει τις λειτουργίες που χρειάζεται για να διατηρηθούμε στην ζωή (αναπνοή, πέψη, κυκλοφορία του αίματος, κτλ). Αυτή η ενέργεια είναι γνωστή και ως βασικός μεταβολικός ρυθμός. Όταν εμείς του δίνουμε τόση λίγη ενέργεια που δεν καλύπτει καν τις ανάγκες του, τότε ο οργανισμός μειώνει τις καύσεις του. «Καίει» δηλαδή λιγότερο από το φυσιολογικό, ώστε να καταφέρει με την λιγότερη ενέργεια που παίρνει να τα βγάλει πέρα.

Μία άλλη αλλαγή που κάνει, είναι ότι όταν δεν του φτάνει η ενέργεια που προσλαμβάνει, αρχίζει να αποδομεί μυϊκή μάζα προκειμένου να τραφεί και να παράγει ενέργεια. Επειδή όμως θα αρχίσουν να κυκλοφορούν στο εξωκυττάριο υγρό “απόβλητα” του καταβολισμού των πρωτεινών και θα διαταράξουν την φυσιολογική ισορροπία του οργανισμού (ομοιόσταση), με κάποιον τρόπο θα πρέπει να αποβληθούν από τον οργανισμό. Γι’αυτό λοιπόν, χρησιμοποιώντας νερό από τα κύτταρα θα τα αφαιρέσει μέσω των ούρων. Επίσης από την στιγμή που το 75% των μυών αποτελείται από νερό, με την απώλεια της μυικής μάζας, χάνεται και αυτό το νερό. Για τον λόγο αυτό, λέμε ότι όταν κάποιος κάνει υποθερμιδική δίαιτα και χάνει πολύ γρήγορα βάρος, η απώλεια προέρχεται από μυϊκή μάζα και υγρά.

Υποβάλλοντας τον οργανισμό μας στην παραπάνω διαδικασία, όταν τελικά θα φάμε (ακόμα και κανονική να είναι η ποσότητα που τρώμε), ο οργανισμός, έχοντας προσαρμοστεί να «καίει» λιγότερο και έχοντας το «άνχος» ότι δεν ξέρω πότε θα μου ξαναδώσουν ενέργεια, φροντίζει από αυτό που τρώμε, μία ποσότητα ενέργειας να την αποθηκεύσει για επόμενη φορά σε περίπτωση που την χρειαστεί. Κοινώς, την μετατρέπει σε λίπος.

Τις περισσότερες φορές βέβαια, λόγω της στέρησης που έχουμε υποστεί κατά την διάρκεια της δίαιτας, η ποσότητα που καταναλώνουμε (ειδικά από τα τρόφιμα που έχουμε στερηθεί), είναι μεγαλύτερη από αυτήν που πραγματικά χρειάζεται ο οργανισμός μας, κάτι το οποίο επίσης οδηγεί σε αύξηση του βάρους.

Παράλληλα, ό,τι υγρά προσλαμβάνει θα προσπαθήσει να τα κρατήσει (κάνει κατακράτηση), γιατί με την παραπάνω διαδικασία αποβολής των αποβλήτων της πρωτείνης έχασε πολλά υγρά και αφυδατώθηκε.

Έτσι λοιπόν μετά την δίαιτα, μόλις αρχίσουμε να τρώμε κανονικά, αρχίζουμε σιγά σιγά να παίρνουμε βάρος.

Αυτός είναι ο λόγος, που καλό είναι κάποιος να μην υποβάλλει τον εαυτό του σε ακραίες μορφές δίαιτας, προσλαμβάνοντας πολύ λίγη ενέργεια μέσα στην ημέρα και «κόβοντας» πράγματα τα οποία του αρέσουν προκειμένου να χάσει πολύ γρήγορα βάρος.

Να θυμάστε ότι όσο πιο γρήγορα χάσουμε το βάρος (όταν χάνεται με ρυθμούς που δεν είναι φυσιολογικοί για την προσαρμογή του οργανισμού), τόσο πιο γρήγορα θα το ξαναπάρουμε. Αυτό το απότομο σκαμπανέβασμα του βάρους (γιο-γιο), σταδιακά οδηγεί στο να αλλάζει την σύσταση του σώματός μας, αποκτώντας παραπάνω λίπος και χάνοντας μυϊκή μάζα. Αυτό με την σειρά του σημαίνει ότι ο βασικός μεταβολικός ρυθμός μας, που αναφέραμε παραπάνω, μειώνεται, και άρα με απλά λόγια παίρνω πιο εύκολα βάρος και χάνω πιο δύσκολα. Και σταδιακά το κατώτερο βάρος το οποίο επιτυγχάνω κάνοντας μία δίαιτα να είναι όλο και μεγαλύτερο μετά από κάθε δίαιτα.

Τέλος να μην υποτιμάμε καθόλου την ψυχολογική κούραση που περνάει κάποιος ο οποίος κάνει συνέχεια δίαιτες. Με άλλο ζήλο ξεκινάει την πρώτη φορά να κάνει δίαιτα και με άλλο ζήλο την πέμπτη φορά. Ο φαύλος κύκλος της δίαιτας που τελικά μας κάνει να επαναποκτούμε το βάρος που με τόσο κόπο χάσαμε, μας κάνει κάθε φορά που κάνουμε δίαιτα να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας την αρνητική εμπειρία της επανάκτησης του χαμένου βάρους. Στην ουσία ξεκινάμε προκατειλημμένοι ότι τα κιλά που θα χάσουμε κατά πάσα πιθανότητα θα τα ξαναπάρουμε. Αυτό ίσως είναι και μία δικαιολογία για να είμαστε όλο και λιγότερο τυπικοί στην προσπάθεια που κάνουμε και επομένως το χαμηλότερο βάρος στο οποίο φτάνουμε να είναι όλο και υψηλότερο από την τελευταία φορά.

Μήπως τελικά λοιπόν αντί να λέμε

«πήρα αρκετά κιλά, πρέπει να κάνω δίαιτα»,

θα ήταν πιο σωστό να πούμε

«πήρα αρκετά κιλά, επειδή κάνω συχνά δίαιτα»;

Σταματήστε λοιπόν να κάνετε πράγματα για ένα χρονικό διάστημα που δεν μπορείτε να κάνετε βίωμα σας και να τα ακολουθείτε γενικά. Σταματήστε να μετράτε γραμμάρια και θερμίδες. Σταματήστε να αποφεύγετε τρόφιμα και φαγητά που σας αρέσουν πολύ. Το σημαντικό είναι να μάθετε πώς να τρώτε, αλλάζοντας την συμπεριφορά σας απέναντι στο φαγητό και αποκτώντας πιο υγιεινές διατροφικές συνήθειες. Και αυτές τις αλλαγές να τις κάνετε τρόπο ζωής!