Tag Archives: γλυκά

“Μαμά, πόσα γλυκά μπορώ να τρώω;”

5592535919_1d59cf66a3_z
Image credit: Andres Rodriguez


Η υψηλή κατανάλωση τροφίμων και ποτών που είναι πλούσια σε ζάχαρη, με κυριότερα τα γλυκά και τα αναψυκτικά, αποτελεί ένα κοινό χαρακτηριστικό της διατροφής των παιδιών. Δεδομένου όμως ότι η υψηλή κατανάλωση ζάχαρης έχει συσχετιστεί με αρνητικές επιπτώσεις στην υγεία, πόση ζάχαρη μπορούν να καταναλώνουν τα παιδιά με ασφάλεια;

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) εξέδωσε πρόσφατα νέες συστάσεις για την πρόσληψη «ελεύθερων σακχάρων» από ενήλικες και παιδιά, με σκοπό να μειωθεί ο κίνδυνος των μη μεταδιδόμενων νοσημάτων, με ιδιαίτερη έμφαση στην πρόληψη και διαχείριση της παχυσαρκίας και της τερηδόνας. Σύμφωνα, λοιπόν, με τις οδηγίες του ΠΟΥ, συστήνεται μειωμένη πρόσληψη «ελεύθερων σακχάρων» καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του ατόμου. Συγκεκριμένα, η πρόσληψη ελεύθερων σακχάρων δεν πρέπει να ξεπερνά το 10% της συνολικής ημερήσιας ενεργειακής πρόσληψης του ατόμου. Τι περιλαμβάνει, όμως, ο όρος «ελεύθερα σάκχαρα»; Σε ποια τρόφιμα απαντώνται και πώς μπορούν οι γονείς να μειώσουν την πρόσληψή τους από τα παιδιά;

Ο όρος «ελεύθερα σάκχαρα» περιλαμβάνει τους μονοσακχαρίτες (κυρίως γλυκόζη και φρουκτόζη) και τους δισακχαρίτες (κυρίως ζάχαρη και μαλτόζη) που προστίθενται σε τρόφιμα και ροφήματα από τη βιομηχανία τροφίμων, τους μάγειρες/παρασκευαστές τροφίμων, αλλά και τους ίδιους τους καταναλωτές (π.χ. η προσθήκη επιτραπέζιας ζάχαρης σε ροφήματα), καθώς και τα σάκχαρα που περιέχονται φυσικά σε κάποια τρόφιμα. Ως προς το πρώτο σκέλος του ορισμού, τρόφιμα του εμπορίου που περιέχουν ελεύθερα σάκχαρα και καταναλώνονται συχνά από παιδιά είναι τα συσκευασμένα γλυκίσματα ή κάποια αρτοσκευάσματα (π.χ. μπισκότα, γκοφρέτες, κρουασάν, ντόνατς, κέικ, παγωτά, κράκερ, κ.λπ.), τα σακχαρούχα ροφήματα (π.χ. αναψυκτικά, τυποποιημένοι χυμοί φρούτων, ενεργειακά ποτά, έτοιμα σοκολατούχα γάλατα και ροφήματα σοκολάτας), οι κομπόστες, τα γλειφιτζούρια, οι καραμέλες και τα ζαχαρωτά, το μαλλί της γριάς, τα επιδόρπια γιαουρτιού, τα περισσότερα δημητριακά πρωινού και οι μπάρες δημητριακών. Αντιστοίχως, στις φυσικές πηγές ελευθέρων σακχάρων συγκαταλέγονται το μέλι, τα σιρόπια και οι χυμοί φρούτων, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών και των συμπυκνωμένων χυμών. Σημαντικό είναι να τονιστεί ότι ο όρος «ελεύθερα σάκχαρα» δεν περιλαμβάνει τα σάκχαρα που βρίσκονται φυσικά στα λαχανικά, στα γαλακτοκομικά προϊόντα και στα ολόκληρα φρούτα.

Ενδεικτικά, ένα παιδί ηλικίας 10 ετών με μέτρια σωματική δραστηριότητα θα ξεπεράσει τη σύσταση του ΠΟΥ (για λιγότερο από 10% της ενεργειακής πρόσληψης από «ελεύθερα σάκχαρα») εάν καταναλώσει εντός της ημέρας 1 φλιτζάνι έτοιμο σοκολατούχο γάλα (250 ml), μια μερίδα δημητριακών πρωινού (30 γρ.) και ένα κρουασάν (80 γρ.) με γέμιση κεράσι, ή 1 φλιτζάνι φυσικό χυμό πορτοκάλι (250 ml), 2 μικρά γεμιστά μπισκότα (30 γρ.) και 1 παιδικό επιδόρπιο γιαουρτιού (150 γρ.) ή 1 φλιτζάνι σακχαρούχου αναψυκτικού (250 ml) και μισή σοκολάτα (50 γρ.). Επομένως, γίνεται κατανοητό ότι εύκολα μπορεί ένα παιδί να υπερβεί τις νέες οδηγίες του ΠΟΥ για την πρόσληψη ελεύθερων σακχάρων, ιδίως αν η διατροφή του περιλαμβάνει πολλά τυποποιημένα τρόφιμα.

Με στόχο την ελαχιστοποίηση της πρόσληψης ελεύθερων σακχάρων είναι χρήσιμο οι γονείς να διαβάζουν προσεκτικά και να είναι σε θέση να αξιολογούν τις πληροφορίες που περιλαμβάνονται στις ετικέτες των τροφίμωνΣυνήθη ελεύθερα σάκχαρα που προστίθενται σε τρόφιμα, και άρα αναφέρονται στα συστατικά τους, είναι τα εξής: φρουκτόζη, γλυκόζη, ζάχαρη, σουκρόζη, σακχαρόζη, μαλτόζη, σιρόπι μαλτόζης, σιρόπι γλυκόζης, μελάσα, μέλι, σιρόπι καλαμποκιού, δεξτρόζη, ιμβερτοσάκχαρο, σιρόπι βύνης, εκχύλισμα βύνης, σιρόπι αμύλου, πετιμέζιΠαρόλα αυτά, δυστυχώς μέχρι σήμερα δεν είναι υποχρεωτική η αναγραφή της συνολικής ποσότητας των ελεύθερων ή πρόσθετων σακχάρων στη συσκευασία των τροφίμων. Προς το παρόν, σε ορισμένα τρόφιμα οι πίνακες διατροφικής επισήμανσης παρέχουν κάποια σχετική πληροφόρηση, καθώς περιλαμβάνουν τη συνολική ποσότητα των σακχάρων (φυσικών και πρόσθετων).

Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη όλα αυτά τα στοιχεία, οι βασικότερες ίσως οδηγίες που μπορούν να δοθούν στους γονείς για τη μείωση της πρόσληψης «ελεύθερων σακχάρων» από τα παιδιά τους, αλλά και τους ίδιους, είναι οι ακόλουθες:

  • να δίνουν προσοχή στα γλυκά, έχοντας κατά νου τόσο την ποσότητα όσο και τη συχνότητα κατανάλωσής τους,
  • να αποφεύγουν να δίνουν στα παιδιά «έτοιμα» τρόφιμα και να προτιμούν τα προϊόντα που δηλώνουν ότι δεν περιέχουν πρόσθετα σάκχαρα,
  • να αποφεύγουν την προσθήκη γλυκαντικών υλών, όπως η ζάχαρη και το μέλι, σε τρόφιμα ή ροφήματα (π.χ. στο γάλα, το γιαούρτι, το ψωμί κ.λπ.),
  • να προσφέρουν στα παιδιά ολόκληρα φρούτα και να αποφεύγουν τους χυμούς φρούτων, ιδίως τους συσκευασμένους,
  • δεδομένου ότι πολλά από τα τρόφιμα που περιέχουν «ελεύθερα σάκχαρα» προσφέρονται στα σχολικά κυλικεία και στα ταχυφαγεία, αναδεικνύεται για ακόμα μια φορά η σημασία του σπιτικού κολατσιού και της συνετής κατανάλωσης γρήγορου φαγητού για τα παιδιά.
    ΕΥΖΗΝ 

Το σενάριο φαγητού

4844738222_8eb4a32db9_zImage credit : LOLren

Σίγουρα όλοι ακούμε πολύ συχνά άτομα να λένε :

«είναι να μην το έχω στο πιάτο μου. Όσο έχω θα το φάω»

«άμα ανοίξω μία σοκολάτα δεν μπορώ να σταματήσω σε ένα κομμάτι. Θα πρέπει να την τελειώσω»

«ένα σουβλάκι, ίσον κανένα»

«δεν θα πάω να αγοράσω από το ζαχαροπλαστείο γλυκά, αλλά άμα υπάρχουν στο σπίτι μπορεί και να τα φάω όλα»

«άμα μου προσφέρει κάποιος κάτι δεν μπορώ να πω όχι, ακόμα και αν δεν πεινάω»

«τσιμπάω στα όρθια»                                                            

«τρώω ότι περισσέψει από τους άλλους για να μην πάνε χαμένα».

Το «σενάριο φαγητού» είναι ένα παντοδύναμο σενάριο, που περιλαμβάνεται στον  “Κόσμο του Φαγητού” κάθε ατόμου. Λέγοντας σενάριο εννοούμε εν ολίγοις τις διατροφικές συμπεριφορές που αναπτύσσει κάθε άτομο και που αφορούν κυρίως τον τρόπο που χρησιμοποιεί το φαγητό προκειμένου να αντιμετωπίσει διάφορες καταστάσεις. Αυτό το σενάριο «γράφεται» κυρίως στη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, όπου το παιδί μην έχοντας κριτήρια το ίδιο να κρίνει διάφορες συμπεριφορές που εκτυλίσσονται γύρω του, τα αφομοιώνει ως φυσιολογικά. Σε αυτήν την περίοδο κυρίως γίνεται ή αρχίζει να γίνεται και η κατηγοριοποίηση των φαγητών σε «απαγορευμένα και επιτρεπόμενα», αλλά και η ενασχόληση του ατόμου με το βάρος και το σώμα. Αυτό έλκεται από τις επιρροές μέσα στο σπίτι, στο σχολείο, από την κουλτούρα μας, τη θρησκεία και κρυμμένα συναισθηματικά μηνύματα που αποδίδονται στο φαγητό.

Σε αυτό το άρθρο θα αναφέρουμε κάποια πράγματα για το πώς συμβάλλει η οικογένεια κυρίως στο σενάριο του φαγητού.

Για να γίνει αυτό πιο σαφές θα δώσω κάποια παραδείγματα :

Όταν ο τροφός (δηλαδή αυτός που ταίζει το παιδί), το πιέζει να φάει όλο του το φαγητό και πολλές φορές το ενοχοποιεί ότι άλλα παιδάκια δεν έχουν να φάνε ή ακόμα και οι ίδιοι (γιαγιάδες) κάποτε δεν είχαν να φάνε, κάνουν το παιδί να αισθάνεται ότι έχει χρέος να το φάει ακόμα και αν δεν πεινάει άλλο, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα θεωρηθεί αχάριστο. Αυτή είναι μία συνήθεια και ένας τρόπος σκέψης που συνήθως τους ακολουθεί και στην μετέπειτα ζωή τους και που πιέζονται να φάνε ότι υπάρχει στο πιάτο (συνήθως το βιώνουν σαν μία εσωτερική φωνή που τους ωθεί) χωρίς να συνειδητοποιούν για ποιον λόγο και χωρίς να αναρωτιούνται το γιατί. Όλοι έχουμε ακούσει ανθρώπους να λένε ότι «μπορεί να μην πεινάω και να μην θέλω κάτι, αλλά άμα μου το φέρεις μπροστά μου πρέπει να το φάω!».

Άλλο παράδειγμα είναι όταν χρησιμοποιείται ένα τρόφιμο προκειμένου να ανακουφίσει συναισθήματα. Για παράδειγμα, εάν όταν το παιδί είναι στεναχωρημένο, ο γονιός του δίνει γλυκό ή σοκολάτα, το παιδί αυτό ως ενήλικας είναι πολύ πιθανό όταν είναι στεναχωρημένος να αναζητάει γλυκό ή σοκολάτα όποτε είναι στεναχωρημένος προκειμένου να ανακουφιστεί.

Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να διευκρινίσω ότι μπορεί αυτό να μην γίνεται άμεσα στο παιδί, αλλά αν κάποιος στο οικογενειακό περιβάλλον (ακόμα και μία θεία που το παιδί έχει μεγάλη αδυναμία και που περνάει χρόνο μαζί του), χρησιμοποιεί κάποιο τρόφιμο προκειμένου να ανακουφίσει κάποιο αρνητικό συναίσθημα, το παιδί θεωρεί αυτό σαν φυσιολογικό και μπορεί να το εφαρμόζει ασυνείδητα το ίδιο.

Επίσης κάτι που ρωτάω πολύ συχνά είναι αν οι γονείς του/της θεραπευόμενού/ής μου ασχολούνταν με δίαιτες. Όταν ένας γονιός ασχολείται συνέχεια με δίαιτες και έχει αρνητική εικόνα σώματος ο ίδιος, περνάει στο παιδί του πολλές από τις δικές του εσωτερικές σκέψεις, όπως «για να είμαι ευτυχισμένος πρέπει να είμαι αδύνατος», «για να είμαι επιτυχημένος πρέπει να είμαι αδύνατος», «για να χάσω βάρος πρέπει να πεινάσω και να στερηθώ», «είναι πολύ σημαντικό να είμαι μέχρι κάποιο συγκεκριμένο βάρος», «το ψωμί και τα γλυκά παχαίνουν», «ένα κομμάτι κέικ σοκολάτας έχει  300 θερμίδες», κτλ. Επίσης, πολλές φορές, επειδή οι ίδιοι βιώνουν μεγάλο άνχος για το βάρος και το σώμα τους, αλλά και επειδή τις περισσότερες φορές κρίνουν τον εαυτό τους με βάσει αυτά, μεταφέρουν το ίδιο συναίσθημα και τον τρόπο σκέψης και στα παιδιά τους. Αυτό είτε μπορεί να οδηγήσει το παιδί να μην τρώει και να στερείται και να αναπτύξει ένα μοντέλο κατηγοριοποίησης των τροφών σε «επιτρεπόμενες» και «απαγορευμένες», είτε να τρώει κρυφά προκειμένου να απολαύσει αυτό που θέλει, χωρίς να αισθάνεται ότι κρίνεται και απογοητεύει τον γονιό του που περιμένει κάτι άλλο από αυτό. Ακόμα και έτσι όμως δεν το απολαμβάνει γιατί αισθάνεται ότι κάνει κάτι κακό.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι μητέρες (συνήθως αυτές που δεν εργάζονται) που έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και θεωρούν ότι το φαγητό είναι το μοναδικό μέσο που έχουν προκειμένου να είναι χρήσιμες και να δίνουν φροντίδα στα παιδιά τους αλλά και στους υπόλοιπους της οικογένειας. Σε αυτές τις περιπτώσεις συναντάμε πολύ συχνά το να μαγειρεύουν πολλά φαγητά και να εκβιάζουν τους άλλους συναισθηματικά να το φάνε («κι εγώ κουράστηκα όλη μέρα να μαγειρεύω», «μα εγώ για σένα το έφτιαξα», κτλ), δημιουργώντας ένα αίσθημα χρέους από τους άλλους να φάνε το φαγητό που μαγείρεψαν. Πολλές φορές μπορεί οι ίδιες να μην το τρώνε και να μην κάθονται καν στο τραπέζι να φάνε με τους υπόλοιπους, αλλά να είναι συνέχεια σε εγρήγορση να εξυπηρετήσουν τους πάντες και να παρατηρούν το αν το έφαγαν όλο ή όχι. Το να μην φάει κάποιος όλο το φαγητό του το βιώνουν ως προσωπική αποτυχία και η εξήγηση «δεν πεινάω άλλο» δεν θεωρείται αποδεκτή. Είναι πολύ σύνηθες μάλιστα, στο τέλος οι μητέρες αυτές να τρώνε ότι έχει περισσέψει από τους άλλους, προκειμένου να μην το πετάξουν. Και η συμπεριφορά αυτή περνάει και στις κόρες.

Αυτές οι μητέρες συνήθως σε περίπτωση που το παιδί είναι άρρωστο, μπορεί να μην του φτιάχνουν σούπες, αλλά το αγαπημένο του φαγητό προκειμένου να το ευχαριστήσουν, λόγω του ότι οι ίδιες βιώνουν πολύ ενοχικά το γεγονός ότι το παιδί τους αρρώστησε και δεν κατάφεραν να το φροντίσουν αρκετά καλά.

Σε άλλες περιπτώσεις όταν το παιδί κάνει κάτι καλό, και επιβραβεύεται με κάποιο φαγητό ή γλυκό, αυτό υποσυνείδητα συνεχίζει να το κάνει και ως ενήλικας και επιβραβεύει τον εαυτό του με φαγητό όποτε αισθάνεται ότι έκανε κάτι καλό ή ότι είχε μία δύσκολη ημέρα.

Τέλος θα αναφέρω και τον σημαντικό ρόλο που παίζει το κλίμα και η διάθεση που επικρατεί την ώρα που τρώει κάποιος. Όταν το παιδί πάει να φάει στο τραπέζι και εκείνη την ώρα του κάνουν επιπλήξεις για το σχολείο ή το ρωτάνε πράγματα που το ανχώνουν, το παιδί συνδυάζει την ώρα του φαγητού ως μία δύσκολη ώρα της ημέρας, όπου είναι υπερβολικά στρεσαρισμένος και όπου δεν απολαμβάνει το φαγητό. Πολλές φορές μπορεί να τρώει γρήγορα και με άνχος για να φύγει όσο πιο γρήγορα γίνεται από το τραπέζι ή ακόμα και να τρώει πολύ προκειμένου να αποσπάσει την σκέψη του από το αρνητικό συναίσθημα. Κάτι παρόμοιο γίνεται και όταν οι γονείς τσακώνονται μεταξύ τους ή συζητάνε θέματα που τους ανχώνουν κατά την διάρκεια του γεύματος. Κι αυτό είναι μία συμπεριφορά που το παιδί συνήθως συνεχίζει να κάνει και κατά την ενήλικη ζωή του. Να μην θεωρεί το φαγητό με την οικογένεια σαν απόλαυση, αλλά σαν αγγαρεία και να προσπαθεί να φάει γρήγορα.

Όλα αυτά λοιπόν (αλλά και πολλά άλλα) ίσως δράσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να διαιωνίσουν ένα λανθασμένο διατροφικό μοντέλο.